Ο Έβαλντ Βασίλιεβιτς Ιλιένκοφ γεννήθηκε στο Σμολένσκ στις 18 Φεβρουαρίου 1924, στην οικογένεια του Β. Π. Ιλιένκοφ, συγγραφέα τιμημένου με το βραβείο Στάλιν, και της δασκάλας Ε. Ι. Ιλιένκοβα. Το 1928 η οικογένεια μετοίκησε στη Μόσχα. Τον Ιούνιο του 1941 ο Ιλιένκοφ αποφοίτησε από το σχολείο μέσης εκπαίδευσης Αρ. 170 της Μόσχας και το Σεπτέμβριο εισήλθε στη Φιλοσοφική Σχολή του Ινστιτούτου Φιλοσοφίας, Λογοτεχνίας και Ιστορίας της Μόσχας «Ν. Γ. Τσερνισέφσκι». Μαζί με το Ινστιτούτο, μετοίκησε στο Ασγκαμπάτ την περίοδο Οκτωβρίου-Νοεμβρίου του 1941, όπου συνέχισε τις σπουδές του. Το Δεκέμβριο του 1941 όλες οι σχολές του έγιναν μέρος του Κρατικού Πανεπιστημίου της Μόσχας, το οποίο επίσης μεταφέρθηκε στο Ασγκαμπάτ. Τον Ιούλιο του 1942 το Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας μεταφέρθηκε στο Σβερντλόφσκ. Τον Αύγουστο του 1942 ο Ιλιένκοφ κλήθηκε στον Κόκκινο Στρατό και κατατάχθηκε στη Σχολή Πυροβολικού της Οδησσού «Μ. Β. Φρούνζε», στην περιοχή Σβερντλόφσκ. Μετά την αποφοίτησή του από τη σχολή τον Οκτώβριο του 1943, με τον βαθμό του υπολοχαγού, μετατέθηκε στο Δυτικό Μέτωπο και στη συνέχεια στο 2ο και 1ο Μέτωπο της Λευκορωσίας. Διοίκησε μια διμοιρία πυροβολικού, πήρε μέρος στις μάχες στο προγεφύρωμα του Σαντομιέρζ και πολέμησε μέχρι το Βερολίνο, όπου γιόρτασε την Ημέρα της Νίκης. Για τη στρατιωτική ανδρεία που επέδειξε του απονεμήθηκε το παράσημο του Πατριωτικού Πολέμου, Β΄ βαθμού, καθώς και μετάλλια. Μετά το τέλος του πολέμου υπηρέτησε στη σοβιετική στρατιωτική αποστολή στη Γερμανία μέχρι τον Αύγουστο του 1945. Από τον Αύγουστο του 1945 μέχρι το Φεβρουάριο του 1946, οπότε και αποστρατεύθηκε, ο Ιλιένκοφ εργάστηκε ως λογοτεχνικός συνεργάτης στο τμήμα πυροβολικού της εφημερίδας Κράσναγια Ζβέζντα στη Μόσχα. Μετά από αυτό, συνέχισε τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή του Κρατικού Πανεπιστημίου της Μόσχας και τον Απρίλιο του 1950 έγινε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης (ΚΚΣΕ). Η επιλογή της κατεύθυνσης του επιστημονικού έργου του Ιλιένκοφ επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τον κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής του Κρατικού Πανεπιστημίου της Μόσχας, καθηγητή Μπ. Στ. Τσερνισόφ. Αργότερα, ο Ιλιένκοφ είχε στενή συνεργασία με τον ακαδημαϊκό Μπ. Μ. Κέντροφ, αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, το διευθυντή του Ινστιτούτου Φιλοσοφίας Π. Β. Κοπνίν, τους Κοσμήτορες της Σχολής Ψυχολογίας του Κρατικού Πανεπιστημίου της Μόσχας Α. Ν. Λεόντιεφ, Π. Ια. Γαλπέριν, Β. Β. Νταβίντοφ. Τον Ιούνιο του 1950 αποφοίτησε με άριστα και με σύσταση για μεταπτυχιακό στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας στο τμήμα Ιστορίας της Ξένης Φιλοσοφίας. Στο μεταπτυχιακό έγινε επιβλέπων καθηγητής του ο Τ. Ι. Όιζερμαν. Το 1953 ο Ιλιένκοφ υπερασπίστηκε τη διατριβή του με θέμα Μερικά ζητήματα υλιστικής διαλεκτικής στο έργο του K. Μαρξ «Κριτική της πολιτικής οικονομίας», η οποία επηρέασε τον προσδιορισμό της διαλεκτικής λογικής ως κατεύθυνσης της μαρξιστικής-λενινιστικής φιλοσοφίας. Μετά την αποδέσμευση από τη διδασκαλία, ο Ιλιένκοφ συνέχισε το έργο του στο Ινστιτούτο Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ. Το 1956 ολοκλήρωσε το έργο «Η διαλεκτική του αφηρημένου και του συγκεκριμένου στην επιστημονική και θεωρητική σκέψη». Το βιβλίο εκδόθηκε το 1960 με τον τίτλο Η διαλεκτική του αφηρημένου και του συγκεκριμένου στο Κεφάλαιο του Μαρξ και το 1961 ο Έβαλντ Ιλιένκοφ έλαβε τη θέση του ανώτερου ερευνητή. Την ίδια χρονιά, από το Ινστιτούτο Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ του ανατέθηκε να εργαστεί στο προσχέδιο του προγράμματος του ΚΚΣΕ, στο τμήμα «Ζητήματα Επισ